Π«Ωδή των Αναβαθμών.» Εν τη θλίψει μου έκραξα προς τον Κύριον, και εισήκουσέ μου.
ΠΚύριε, λύτρωσον την ψυχήν μου από χειλέων ψευδών, από γλώσσης δολίας.
ΠΤι θέλει σοι δώσει ή τι θέλει σοι προσθέσει, η δολία γλώσσα;
ΠΤα ηκονημένα βέλη του δυνατού, μετά ανθράκων αρκεύθου.
ΠΟυαί εις εμέ, διότι παροικώ εν Μεσέχ, κατοικώ εν ταις σκηναίς του Κηδάρ·
ΠΠολύν καιρόν κατώκησεν η ψυχή μου μετά των μισούντων την ειρήνην.
ΠΕγώ αγαπώ την ειρήνην· αλλ' όταν ομιλώ, αυτοί ετοιμάζονται διά πόλεμον.
