Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
ΒΙΒΛΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗΔίκτυο Βίβλου
Τόμος 1Τεύχος 01
Εκκλησία10΄ ανάγνωση6 ενότητες

Seeker-sensitive εκκλησία: πού τελειώνει ο σοφός ευαγγελισμός και αρχίζει η παγίδα;

Μια νηφάλια, βιβλικά θεμελιωμένη αυτοεξέταση: σε ποιον απευθύνεται πραγματικά η σύναξή μας, ποιος ο σκοπός της εκκλησίας, και πού τελειώνει ο σοφός ευαγγελισμός και αρχίζει ο πραγματισμός που μας ξεγλιστρά αθόρυβα.

Κοινοποίηση
Περίληψη

«Έρχεται όμως η ώρα, και μάλιστα έχει κιόλας έρθει, που οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνήσουν τον Πατέρα με πνεύμα και αλήθεια· γιατί τέτοιους προσκυνητές ζητάει ο Πατέρας να Τον λατρεύουν.»

Ιωάννης 4:23

Η seeker-sensitive εκκλησία γεννήθηκε από μια ειλικρινή και αξιέπαινη αγωνία: πώς θα αγγίξουμε ανθρώπους που έχουν ξενιτευτεί εντελώς από κάθε σύναξη; Πολλοί ποιμένες κοιτάζουν τις άδειες θέσεις, τους γείτονες που δεν θα πατούσαν ποτέ το κατώφλι ενός ναού, και αναρωτιούνται με πόνο καρδιάς αν ο τρόπος που κάνουμε λατρεία στέκεται εμπόδιο. Από εκεί ξεκίνησε η ιδέα να σχεδιαστεί μια σύναξη όχι για τους ήδη πιστούς, αλλά για τον «αδιάφορο» επισκέπτη που πρωτοέρχεται.

Η ερώτηση είναι θεμιτή και η αγάπη πίσω της γνήσια. Ωστόσο, κρύβει μέσα της μια λεπτή μετατόπιση που αξίζει να εξετάσουμε με ταπείνωση. Όταν ρωτάμε «τι θα κρατήσει τον επισκέπτη άνετο;», απαντάμε σιωπηρά και σε ένα δεύτερο, βαθύτερο ερώτημα: σε ποιον απευθύνεται τελικά η λατρεία μας; Το άρθρο αυτό δεν στρέφεται εναντίον κανενός προσώπου ή συγκεκριμένης κοινότητας. Στρέφεται στη μέθοδο και στον πραγματισμό που μπορεί να μας ξεγλιστρήσει αθόρυβα, ακόμη και όταν οι προθέσεις μας είναι αγνές.

Ας το προσεγγίσουμε όπως αρμόζει στην εκκλησία που αυτοεξετάζεται: πρώτα το ερώτημα, έπειτα η βιβλική αρχή με τα εδάφιά της, και τέλος η ισορροπία και η κλήση. Σκοπός δεν είναι να χλευάσουμε όσους κοπιάζουν για τους χαμένους, αλλά να αναζητήσουμε μαζί πού περνά η γραμμή ανάμεσα στον σοφό ευαγγελισμό και στον συμβιβασμό. Έτσι, η συζήτηση για τη seeker-sensitive εκκλησία γίνεται συζήτηση για τον ίδιο μας τον σκοπό.

Η seeker-sensitive εκκλησία και το κρίσιμο ερώτημα

Ας ονομάσουμε καθαρά αυτό που διακυβεύεται. Η seeker-sensitive εκκλησία, ως μοντέλο, ξεκινά από μια στρατηγική σκέψη: αν ο μη πιστός νιώσει ξένος, παρεξηγημένος ή κριμένος, δεν θα ξαναέρθει. Άρα, λέει η λογική, ας αφαιρέσουμε κάθε εμπόδιο. Επιπλέον, ας γίνει η μουσική οικεία, το κήρυγμα πρακτικό, η ατμόσφαιρα φιλόξενη σαν ενός καλού ξενοδοχείου. Πράγματι, μέχρι εδώ πολλά από αυτά είναι απλώς φιλοξενία και σύνεση, που κάθε υγιής κοινότητα οφείλει να έχει.

Ωστόσο, το κρίσιμο σημείο έρχεται όταν ο επισκέπτης, και όχι ο Θεός, γίνεται το αόρατο κέντρο γύρω από το οποίο σχεδιάζεται η σύναξη. (Ιωάννης 4:23) Τότε αλλάζει σιωπηλά ο προσανατολισμός. Δηλαδή, δεν ρωτάμε πια πρώτα «τι αρέσει στον Θεό και τι ζητά Εκείνος;», αλλά «τι θα κρατήσει άνετο τον άνθρωπο που δεν Τον αναζητά;». Η μετατόπιση είναι λεπτή, γι' αυτό και επικίνδυνη. Κανείς δεν την ανακοινώνει, κανείς δεν την επιλέγει συνειδητά. Συνεπώς, με τον καιρό, η ερώτηση «τι πιάνει;» αρχίζει να καθορίζει τι κάνουμε.

Εδώ χρειάζεται διάκριση, όχι καχυποψία. Δηλαδή, το να σκεφτόμαστε τον επισκέπτη δεν είναι αμαρτία· αντιθέτως, είναι αγάπη. Ωστόσο, το να αφήνουμε τις προτιμήσεις του να ορίζουν τον σκοπό της λατρείας είναι κάτι ριζικά διαφορετικό. Έτσι, η seeker-sensitive εκκλησία βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι: το πρώτο μονοπάτι είναι φιλοξενία· το δεύτερο όμως είναι μια ήσυχη αναποδογύρισμα προτεραιοτήτων, που καλό είναι να το δούμε κατάματα.

Σε ποιον απευθύνεται η λατρεία; Η πρώτη βιβλική αρχή

Η Γραφή δίνει μια απάντηση που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση: η λατρεία απευθύνεται πρώτα και κύρια στον Θεό. Ο Ιησούς το λέει ρητά στη Σαμαρείτισσα. (Ιωάννης 4:23) Ο Πατέρας ζητάει προσκυνητές που θα Τον λατρεύουν «με πνεύμα και αλήθεια». Το υποκείμενο της λατρείας είναι ο Θεός που τη δέχεται, όχι ο άνθρωπος που την παρακολουθεί. (Ιωάννης 4:24) Επειδή ο ίδιος ο Θεός είναι Πνεύμα, η σύναξή μας κρίνεται από το αν Τον τιμά, όχι από το αν ικανοποιεί τα γούστα των παρευρισκομένων.

Αυτό αλλάζει εντελώς την αφετηρία μας. Όταν η πρώτη ερώτηση γίνεται «σε ποιον απευθύνεται η λατρεία;», η απάντηση «στον Θεό» τακτοποιεί όλα τα υπόλοιπα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι αδιαφορούμε για τον επισκέπτη. Αντιθέτως, σημαίνει ότι η αγάπη μας γι' αυτόν εκφράζεται καλύτερα όταν τον φέρνουμε ενώπιον ενός αληθινού Θεού, παρά όταν του προσφέρουμε μια άνετη παράσταση. Επομένως, η αυθεντική λατρεία είναι η ίδια το πιο φιλεύσπλαχνο πράγμα που μπορούμε να του δώσουμε.

Παραδόξως, εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη ευαγγελιστική δύναμη. Όταν ένας αναζητητής μπαίνει σε μια σύναξη όπου ο Θεός λατρεύεται πραγματικά, συναντά κάτι που δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο του. Δηλαδή, δεν συναντά ένα ακόμη θέαμα προσαρμοσμένο στα μέτρα του, αλλά μια κοινότητα στραμμένη προς Κάποιον μεγαλύτερο από όλους μας. Έτσι, αυτή η ετερότητα, και όχι η οικειότητα, είναι που συχνά αγγίζει την καρδιά. Πραγματικά, εδώ η seeker-sensitive εκκλησία καλείται να ξανασκεφτεί την υπόθεσή της: ίσως ο αναζητητής να μην ζητά καθρέφτη, αλλά παράθυρο προς τον Θεό.

Η seeker-sensitive εκκλησία και το κέντρο του κηρύγματος

Αν η λατρεία ανήκει στον Θεό, τότε και το κήρυγμα της seeker-sensitive εκκλησίας έχει ένα σταθερό κέντρο που δεν διαπραγματεύεται. Ο απόστολος Παύλος, μπαίνοντας στην Κόρινθο, μια πόλη που λάτρευε τη σοφία και την ευγλωττία, πήρε μια συνειδητή απόφαση. (Α' Κορινθίους 2:2) Δεν θέλησε να ξέρει τίποτε άλλο ανάμεσά τους παρά τον Ιησού Χριστό, και μάλιστα σταυρωμένο. Πρόσεξε: αυτό δεν ήταν αφέλεια ούτε έλλειψη επικοινωνιακής ικανότητας. Ήταν στρατηγική απόφαση να μην αφαιρέσει το σκάνδαλο του σταυρού για να γίνει πιο εύπεπτος.

Ο ίδιος εξηγεί γιατί. (Α' Κορινθίους 1:18) Ο λόγος του σταυρού είναι μωρία για όσους χάνονται, αλλά δύναμη Θεού για όσους σώζονται. Με άλλα λόγια, το μήνυμα που φαίνεται το λιγότερο «ελκυστικό» στον αδιάφορο είναι ακριβώς εκείνο που τον σώζει. Επομένως, αν το απαλύνουμε για να μην τον ξενίσει, αφαιρούμε την ίδια τη δύναμη που θα μπορούσε να τον αλλάξει. Έτσι, ο πραγματισμός γίνεται αυτοαναιρετικός: στην προσπάθειά μας να μην χάσουμε τον ακροατή, χάνουμε το μόνο που είχε αξία να του πούμε.

Η seeker-sensitive εκκλησία, στην καλύτερη εκδοχή της, θέλει να κάνει το ευαγγέλιο κατανοητό. Πράγματι, αυτό είναι σωστό και αναγκαίο. Ωστόσο, το πρόβλημα αρχίζει όταν το «κατανοητό» γίνεται «ανώδυνο», όταν δηλαδή κόβουμε τις αιχμές που προσβάλλουν για να κρατήσουμε τη συγκίνηση. Συνεπώς, η διάκριση δεν είναι ανάμεσα στο σαφές και στο ασαφές κήρυγμα, αλλά ανάμεσα στο πιστό και στο φοβισμένο κήρυγμα.

Εξάλλου, ο Παύλος προχωρά ακόμη πιο βαθιά. (Α' Κορινθίους 2:5) Δεν ήρθε με υπεροχή λόγου ή σοφίας, ώστε η πίστη των ακροατών του να μην στηρίζεται στη δική του δεινότητα, αλλά στη δύναμη του Θεού. Να μια αρχή που ανατρέπει κάθε λογική μάρκετινγκ: η πειστικότητα της παρουσίασης δεν πρέπει ποτέ να γίνεται το θεμέλιο της πίστης κάποιου, γιατί τότε χτίζουμε σε άμμο.

Ντρεπόμαστε άραγε για το ευαγγέλιο;

Πίσω από κάθε προσπάθεια να γίνει το μήνυμα πιο «βατό» κρύβεται συχνά ένας ανείπωτος φόβος: μήπως το ευαγγέλιο, όπως είναι, δεν θα τραβήξει κόσμο. Ο Παύλος ονομάζει αυτόν τον φόβο με το όνομά του. (Ρωμαίους 1:16) Δεν ντρέπεται, λέει, για το ευαγγέλιο, επειδή είναι δύναμη Θεού για τη σωτηρία καθενός που πιστεύει. Πραγματικά, η εμπιστοσύνη του δεν στηριζόταν στην ελκυστικότητα της μεθόδου, αλλά στη δύναμη του ίδιου του μηνύματος.

Αυτό μας βάζει ένα δύσκολο ερώτημα αυτοεξέτασης, που κάθε seeker-sensitive εκκλησία οφείλει να αντικρίσει. Όταν αλλάζουμε το κήρυγμα για να μην ξενίσει, ομολογούμε ίσως, χωρίς να το θέλουμε, ότι δεν πιστεύουμε πραγματικά πως το ευαγγέλιο από μόνο του έχει δύναμη; Η ερώτηση δεν τίθεται για να κατηγορήσει, αλλά για να φωτίσει. Επομένως, αξίζει ο καθένας μας να τη θέσει ταπεινά στον εαυτό του, πριν την απευθύνει σε άλλους.

Υπάρχει επίσης μια προφητική προειδοποίηση. (Β' Τιμόθεο 4:3) Ο Παύλος γράφει στον Τιμόθεο ότι θα έρθει καιρός που οι άνθρωποι δεν θα ανέχονται την υγιή διδασκαλία, αλλά θα συσσωρεύουν δασκάλους κατά τις δικές τους επιθυμίες, για να ακούν αυτά που γαργαλούν την ακοή τους. Συνεπώς, δεν είναι αυτό ακριβώς ο κίνδυνος ενός πραγματισμού που ρωτά πρώτα «τι θέλει να ακούσει ο κόσμος;». Πράγματι, όταν η ζήτηση του ακροατηρίου ορίζει το μενού, η υγιής διδασκαλία γίνεται το πρώτο θύμα.

Πραγματισμός στην εκκλησία: όταν το φως ζητά να μοιάσει με το σκοτάδι

Ο Χριστός είπε στους μαθητές Του ότι είναι το φως του κόσμου. (Ματθαίος 5:14) Μια πόλη χτισμένη πάνω σε βουνό δεν μπορεί να κρυφτεί. Η εικόνα είναι αποκαλυπτική για το ερώτημα που θέτει κάθε seeker-sensitive εκκλησία. Το φως δεν υπηρετεί τον σκοπό του γινόμενο πιο αμυδρό, ώστε να μην ενοχλεί τα μάτια που έχουν συνηθίσει στο σκοτάδι. Υπηρετεί τον σκοπό του ακριβώς επειδή είναι διαφορετικό, επειδή ξεχωρίζει.

Ο πραγματισμός στην εκκλησία μπαίνει στον πειρασμό να σβήσει αυτή τη διαφορά. Σκέφτεται: αν μοιάσουμε περισσότερο με τον κόσμο, ο κόσμος θα νιώσει πιο άνετα μαζί μας. Ωστόσο, ο Ιησούς λέει το αντίθετο. (Ματθαίος 5:16) Ας λάμψει το φως μας μπροστά στους ανθρώπους, ώστε να δουν τα καλά μας έργα και να δοξάσουν τον Πατέρα μας στους ουρανούς. Επομένως, ο τελικός σκοπός δεν είναι να μας θαυμάσει ο κόσμος, αλλά να δοξάσει τον Θεό. Πράγματι, αυτό συμβαίνει όταν βλέπει κάτι αυθεντικά διαφορετικό, όχι μια πιο γυαλισμένη εκδοχή του εαυτού του.

Ας είμαστε δίκαιοι: το να αφαιρείς περιττά πολιτισμικά εμπόδια δεν είναι το ίδιο με το να σβήνεις το φως. Για παράδειγμα, ο Παύλος έγινε «τα πάντα στους πάντες» για να κερδίσει μερικούς, και αυτό ήταν σοφία, όχι συμβιβασμός. Δηλαδή, η διαφορά είναι λεπτή αλλά καθοριστική: αλλάζουμε τη γλώσσα, τον τόνο, τη γέφυρα προς την καρδιά· δεν αλλάζουμε όμως το μήνυμα, την αλήθεια, το ίδιο το φως. Έτσι, μια ώριμη seeker-sensitive εκκλησία ξεχωρίζει την ενσάρκωση από την αραίωση: το πρώτο τιμά τον αναζητητή, το δεύτερο τον προδίδει.

Η ισορροπία και η κλήση: ευαγγελισμός χωρίς συμβιβασμό

Πού καταλήγουμε λοιπόν; Όχι σε μια απόρριψη της αγωνίας για τους χαμένους, αλλά σε μια εξύψωσή της. Πραγματικά, η επιθυμία να αγγίξουμε τον αδιάφορο γείτονα είναι αγία και πρέπει να καίει μέσα μας. (Κολοσσαείς 1:28) Ο Παύλος κήρυττε τον Χριστό, νουθετώντας και διδάσκοντας κάθε άνθρωπο με κάθε σοφία, για να παραστήσει κάθε άνθρωπο τέλειο εν Χριστώ. Δηλαδή, ο σκοπός ήταν η ωριμότητα, όχι απλώς η παρουσία.

Η ισορροπία, επομένως, δεν βρίσκεται ανάμεσα στον ευαγγελισμό και στη λατρεία, σαν να ήταν αντίπαλοι. Αντιθέτως, βρίσκεται στη σωστή σειρά: πρώτα λατρεύουμε τον Θεό αληθινά, και μέσα από αυτή τη λατρεία ο κόσμος βλέπει κάτι που τον τραβά. Συνεπώς, ο ευαγγελισμός χωρίς συμβιβασμό χτίζει γέφυρες προς τον άνθρωπο, ενώ ο πραγματισμός χτίζει γέφυρες εις βάρος της αλήθειας.

Υπάρχει και ένα παρήγορο εδάφιο για όποιον φοβάται ότι το «σκληρό» μήνυμα θα διώξει τους πάντες. (Ιωάννης 6:68) Όταν πολλοί μαθητές εγκατέλειψαν τον Ιησού γιατί ο λόγος Του ήταν δύσκολος, εκείνος δεν έτρεξε να τον απαλύνει. Αντιθέτως, ρώτησε τους δώδεκα αν θέλουν κι αυτοί να φύγουν, και ο Πέτρος απάντησε: «Κύριε, σε ποιον να πάμε; Εσύ έχεις λόγια αιώνιας ζωής». Έτσι, όσοι μένουν για τον σωστό λόγο, μένουν αληθινά.

Η κλήση, τελικά, είναι μια κλήση σε ταπεινή αυτοεξέταση, όχι σε αυτοδικαίωση. Πραγματικά, καμία κοινότητα δεν είναι αλάνθαστη, και κάθε seeker-sensitive εκκλησία μπαίνει στον πειρασμό του «τι πιάνει». Ας ρωτάμε λοιπόν τακτικά: σε ποιον απευθύνεται η λατρεία μας σήμερα; Κηρύσσουμε τον σταυρό όπως είναι, ή τον στρογγυλεύουμε; Επομένως, όποιος θέτει αυτές τις ερωτήσεις με ειλικρίνεια, βρίσκεται ήδη στον δρόμο της πιστότητας. Για βαθύτερη μελέτη, χρήσιμη είναι και η διδασκαλία του Ελληνικού Βιβλικού Σχολείου Λόγος.

Βασικά σημεία

  1. 01Η λατρεία απευθύνεται πρώτα στον Θεό, όχι στον επισκέπτη· ο Πατέρας ζητάει προσκυνητές «με πνεύμα και αλήθεια» (Ιωάννης 4:23-24). Όταν ο αδιάφορος γίνεται το αόρατο κέντρο της σύναξης, η προτεραιότητα μετατοπίζεται αθόρυβα.
  2. 02Το ευαγγέλιο του σταυρού φαίνεται μωρία, αλλά είναι η ίδια η δύναμη του Θεού (Α' Κορινθίους 1:18). Αν το απαλύνουμε για να μην ξενίσει, αφαιρούμε ακριβώς εκείνο που σώζει.
  3. 03Ο σοφός ευαγγελισμός αλλάζει τη γλώσσα και τη γέφυρα προς την καρδιά, ποτέ όμως το μήνυμα. Η ενσάρκωση δεν είναι αραίωση· ο ευαγγελισμός χωρίς συμβιβασμό κρατά το φως αναμμένο και διαφορετικό.
  4. 04Η seeker-sensitive εκκλησία δεν χλευάζεται εδώ· η αγωνία για τον αδιάφορο είναι αγία. Η κριτική στρέφεται στη μέθοδο και στον πραγματισμό, και καλεί κάθε κοινότητα σε ταπεινή αυτοεξέταση: σε ποιον απευθύνεται η λατρεία μας, και μήπως το «τι πιάνει» έχει πάρει τη θέση του «τι ζητά ο Θεός»;

Δες επίσης

Κοινοποίηση