«Από εκείνη τη στιγμή, πολλοί από τους μαθητές του γύρισαν πίσω και δεν περπατούσαν πια μαζί του. Είπε τότε ο Ιησούς στους δώδεκα: «Μήπως θέλετε κι εσείς να φύγετε;» Του αποκρίθηκε ο Σίμων Πέτρος: «Κύριε, σε ποιον να πάμε; Εσύ έχεις λόγια αιώνιας ζωής.»»
Ιωάννης 6:66
Ο πραγματισμός στην εκκλησία είναι ένας τρόπος σκέψης που μοιάζει αθώος και μάλιστα πνευματικός: αν μια μέθοδος «πιάνει», αν γεμίζει την αίθουσα και φέρνει κόσμο, τότε προφανώς είναι σωστή. Στην πράξη όμως κρύβει μια σιωπηλή υπόθεση: ότι η αποτελεσματικότητα αποδεικνύει την αλήθεια. Και εκεί ακριβώς χρειάζεται να σταθούμε με ταπείνωση και να ρωτήσουμε τη Γραφή.
Δεν γράφουμε για να χλευάσουμε καμία εκκλησία ή κανέναν ηγέτη. Πολλοί που υιοθέτησαν το «seeker-sensitive» μοντέλο το έκαναν από ειλικρινή αγάπη για τους χαμένους, και αυτή η αγάπη αξίζει τιμή. Το ερώτημα δεν είναι αν θέλουμε να φτάσουμε τον αδιάφορο άνθρωπο. Το ερώτημα είναι αν η μέθοδος που διαλέγουμε παραμένει υποταγμένη στον λόγο του Θεού ή αν, χωρίς να το καταλάβουμε, αφήνουμε τα αποτελέσματα να γίνουν ο κριτής μας.
Ωστόσο η αυτοεξέταση δεν είναι εχθρός της αποστολής. Αντίθετα, είναι ο φίλος της. Όποιος αγαπά πραγματικά τους χαμένους θέλει να τους δώσει το αληθινό ευαγγέλιο, όχι ένα ευχάριστο υποκατάστατο. Ας δούμε λοιπόν, βήμα βήμα, τι λέει η Γραφή για το «τι πιάνει» και τι σημαίνει «αληθινό».
Πραγματισμός στην εκκλησία: τι ρωτάμε όταν λέμε «πιάνει»
Όταν αξιολογούμε μια εκκλησία από το πόσος κόσμος έρχεται, υποθέτουμε σιωπηλά ότι ο αριθμός είναι σημάδι ευλογίας. Πράγματι, η ανάπτυξη μπορεί να είναι ευλογία. Δηλαδή, ένας γεμάτος ναός δεν είναι κάτι κακό από μόνος του. Ωστόσο η Γραφή δεν μας δίνει ποτέ τα νούμερα ως απόδειξη πιστότητας.
Αρχικά, ας θυμηθούμε ότι ο ίδιος ο Κύριος είδε πλήθη να τον εγκαταλείπουν όταν το κήρυγμά του έγινε δύσκολο. Επομένως, αν η επιτυχία μετριόταν με κεφάλια, εκείνη τη μέρα ο Ιησούς θα είχε «αποτύχει». Όμως δεν άλλαξε ούτε λέξη για να κρατήσει το πλήθος. Αντίθετα, ρώτησε και τους δώδεκα αν ήθελαν κι αυτοί να φύγουν (Ιωάννης 6:66).
Συνεπώς το πρώτο βήμα δεν είναι να απορρίψουμε κάθε μέθοδο, αλλά να ξεκαθαρίσουμε το κριτήριο. Για παράδειγμα, το ερώτημα «πιάνει;» πρέπει πάντα να συνοδεύεται από ένα δεύτερο: «πιστό στη Γραφή;». Χωρίς το δεύτερο, το πρώτο μας οδηγεί σιγά σιγά μακριά από τον σταυρό. Έτσι ο πραγματισμός γίνεται επικίνδυνος, όχι επειδή θέλει αποτέλεσμα, αλλά επειδή ανεβάζει το αποτέλεσμα σε ανώτατο κριτή. Για μια βιβλική θεμελίωση αυτής της διάκρισης βοηθά η μελέτη στο Ελληνικό Βιβλικό Σχολείο Λόγος.
Η λατρεία προς τον Θεό έρχεται πρώτη, όχι ο επισκέπτης
Η καρδιά του ζητήματος είναι το ποιος βρίσκεται στο κέντρο της συνάθροισης. Όταν σχεδιάζουμε τα πάντα γύρω από τις προτιμήσεις του αδιάφορου επισκέπτη, υπάρχει ένας πραγματικός κίνδυνος: να μετατοπίσουμε το επίκεντρο από τον Θεό στον άνθρωπο. Όμως ο Ιησούς είπε καθαρά ότι ο Πατέρας ζητάει προσκυνητές που τον λατρεύουν «εν πνεύματι και αληθεία» (Ιωάννης 4:23).
Δηλαδή, η λατρεία προς τον Θεό δεν είναι ένα εργαλείο για να νιώσει άνετα ο επισκέπτης. Είναι η πρώτη και βασική απάντηση της εκκλησίας στον ζωντανό Θεό. Πράγματι, όταν η λατρεία είναι αληθινή και θεοκεντρική, αυτή η ίδια η αλήθεια γίνεται μαρτυρία για τον ξένο που μπαίνει μέσα.
Ωστόσο εδώ χρειάζεται ισορροπία, όχι περιφρόνηση του επισκέπτη. Η φιλοξενία, η σαφήνεια, η καλοσύνη απέναντι σε όποιον έρχεται για πρώτη φορά είναι βιβλικές αρετές. Το πρόβλημα δεν είναι να σκεφτόμαστε τον ξένο. Το πρόβλημα είναι ο πραγματισμός που βάζει τις προτιμήσεις του πάνω από τη λατρεία που οφείλεται στον Θεό.
Το ευαγγέλιο που «πουλάει» κι εκείνο που σώζει
Ο πραγματισμός πιέζει διαρκώς προς ένα μήνυμα που αρέσει. Όμως το κέντρο του ευαγγελίου, ο σταυρός, δεν αρέσει στη φυσική καρδιά. Ο Παύλος το λέει ξεκάθαρα: για όσους χάνονται, ο λόγος του σταυρού είναι μωρία (Α' Κορινθίους 1:18). Συνεπώς, αν φιλτράρουμε το κήρυγμα ώστε να μη σκανδαλίζει ποτέ κανέναν, κινδυνεύουμε να αφαιρέσουμε ακριβώς εκείνο που σώζει.
Για τον λόγο αυτόν ο Παύλος πήρε μια συνειδητή απόφαση. Δεν ήρθε στους Κορινθίους με εντυπωσιακή ρητορική ή ανθρώπινη σοφία, αλλά αποφάσισε να μη γνωρίζει τίποτε άλλο παρά τον Χριστό σταυρωμένο (Α' Κορινθίους 2:2). Δηλαδή, εμπιστεύτηκε τη δύναμη του μηνύματος, όχι τη γοητεία της παρουσίασης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η σαφήνεια, η τέχνη ή η καλή επικοινωνία είναι κακές. Αντίθετα, οφείλουμε να κηρύττουμε όσο πιο καθαρά γίνεται. Το ζήτημα είναι πού στηρίζουμε την ελπίδα μας: στην ίδια τη δύναμη του σταυρού ή στην ικανότητά μας να τον κάνουμε εύπεπτο.
Πιστό κήρυγμα ακόμη κι όταν δεν «πιάνει»
Η Γραφή προβλέπει ρητά μια εποχή που οι άνθρωποι δεν θα αντέχουν την υγιή διδασκαλία. Αντίθετα, θα μαζεύουν δασκάλους που λένε αυτά που γαργαλούν την ακοή τους (Β' Τιμόθεο 4:2). Επομένως, ένα μέτρο δημοτικότητας που στηρίζεται στο «τι θέλει να ακούσει ο κόσμος» μπορεί να είναι ακριβώς το αντίθετο της πιστότητας.
Για τον λόγο αυτόν η εντολή προς τον Τιμόθεο δεν ήταν να μετρήσει αποτελέσματα, αλλά να κηρύξει τον λόγο, είτε βολεύει είτε όχι. Δηλαδή, η πιστότητα κρίνεται από το αν μένουμε στο μήνυμα του Θεού, όχι από το πόσοι το χειροκροτούν. Πράγματι, ο σκοπός της διακονίας είναι να παρουσιάσουμε κάθε άνθρωπο τέλειο εν Χριστώ, κι αυτό περνά μέσα από νουθεσία και διδασκαλία, όχι μόνο μέσα από ευχάριστα συναισθήματα (Κολοσσαείς 1:28).
Ωστόσο πιστό κήρυγμα δεν σημαίνει σκληρό ή αδιάφορο κήρυγμα. Ο ίδιος ο Παύλος συνδυάζει τον έλεγχο με «κάθε μακροθυμία και διδαχή». Συνεπώς, η αντίθεση δεν είναι ανάμεσα στην αλήθεια και στην αγάπη, αλλά ανάμεσα στην πιστότητα και στον πραγματισμό που θυσιάζει την αλήθεια για χάρη της αποδοχής.
Πραγματισμός στην εκκλησία και ευαγγελισμός χωρίς συμβιβασμό
Πού καταλήγουμε λοιπόν; Όχι σε μια εκκλησία που κλείνεται στον εαυτό της και αδιαφορεί για τους χαμένους. Αντίθετα, σε μια εκκλησία που αγαπά τόσο πολύ τους χαμένους ώστε να αρνείται να τους δώσει κάτι λιγότερο από το αληθινό ευαγγέλιο. Δηλαδή, ευαγγελισμός χωρίς συμβιβασμό σημαίνει να φτάνουμε τον άνθρωπο με όλη μας την καρδιά, κρατώντας ακέραιο το μήνυμα.
Πράγματι, η εκκλησία καλείται να είναι το φως του κόσμου. Όμως το φως λάμπει όταν οι άνθρωποι βλέπουν τα καλά μας έργα και δοξάζουν τον Θεό, όχι εμάς (Ματθαίος 5:14). Επομένως, ο στόχος του ευαγγελισμού δεν είναι να μας συμπαθήσουν, αλλά να δοξαστεί ο Πατέρας. Και τα δύο, η μαρτυρία προς τα έξω και η πιστότητα προς τον Θεό, στέκονται μαζί.
Συμπερασματικά, η κλήση είναι διπλή. Αφενός, να αγαπάμε ειλικρινά κάθε αδιάφορο άνθρωπο και να χτίζουμε γέφυρες προς αυτόν. Αφετέρου, να μην αφήνουμε ποτέ τον πραγματισμό να αντικαταστήσει το «τι είναι αληθινό» με το «τι πιάνει». Όταν η λατρεία προς τον Θεό μένει στο κέντρο και το ευαγγέλιο μένει ακέραιο, τότε ακόμη και η μέθοδος βρίσκει τη σωστή της θέση: υπηρέτης της αλήθειας, ποτέ κριτής της.
Βασικά σημεία
- 01Το «πιάνει» δεν αποδεικνύει το «αληθινό»: η Γραφή δεν δίνει ποτέ τα νούμερα ως κριτήριο πιστότητας, και ο ίδιος ο Ιησούς δεν άλλαξε το κήρυγμά του για να κρατήσει τα πλήθη.
- 02Η λατρεία προς τον Θεό έρχεται πρώτη: η συνάθροιση είναι η απάντηση της εκκλησίας στον Θεό «εν πνεύματι και αληθεία», όχι ένα προϊόν σχεδιασμένο γύρω από τις προτιμήσεις του επισκέπτη.
- 03Ο σταυρός είναι σκάνδαλο για τη φυσική καρδιά· αν φιλτράρουμε το κήρυγμα ώστε να μη σκανδαλίζει ποτέ, κινδυνεύουμε να αφαιρέσουμε αυτό που σώζει.
- 04Ευαγγελισμός χωρίς συμβιβασμό: αγαπάμε τους χαμένους τόσο ώστε να τους δίνουμε το ακέραιο ευαγγέλιο, με τη μέθοδο πάντοτε υπηρέτη της αλήθειας και ποτέ κριτή της.
