«Θα ευλογήσω αυτούς που σε ευλογούν, και αυτούς που σε καταριούνται θα τους καταραστώ· και μέσα από σένα θα ευλογηθούν όλες οι φυλές της γης.»
Γένεση 12:3
Η Μεγάλη Εντολή του Ιησού στο Ματθαίος 28:18-20 διαβάζεται συχνά σαν μια ωραία κατακλείδα του Ευαγγελίου. Μοιάζει με ένα προαιρετικό «έξτρα» για όσους τυχαίνει να αγαπούν τα ταξίδια ή τις ξένες γλώσσες. Ωστόσο, αν σταθούμε λίγο μπροστά στα λόγια του Κυρίου, θα δούμε κάτι πολύ πιο βαθύ. Αυτή η εντολή δεν είναι ένα παράρτημα στο σχέδιο του Θεού, αλλά ο ίδιος ο παλμός της καρδιάς Του.
Πραγματικά, η ιεραποστολή δεν ξεκινά με τη δική μας προθυμία· ξεκινά με την αγάπη ενός Θεού που, από τη Γένεση μέχρι την Αποκάλυψη, δεν έπαψε ποτέ να αγκαλιάζει όλα τα έθνη. Συνεπώς, όταν ο Ιησούς λέει «πορευθείτε», δεν μας φορτώνει ένα βάρος, αλλά μας προσκαλεί να μπούμε σε αυτό που ήδη κάνει ο ίδιος ο Θεός. Η αποστολή είναι δική Του· εμείς απλώς καλούμαστε να συμμετάσχουμε.
Σε αυτό το άρθρο θα δούμε γιατί η Μεγάλη Εντολή βρίσκεται στο κέντρο και όχι στο περιθώριο της πίστης. Αρχικά θα ξεκινήσουμε από το σχέδιο του Θεού για τα έθνη. Έπειτα θα περάσουμε στην εξουσία και την υπόσχεση πάνω στις οποίες στηρίζεται η Μεγάλη Εντολή. Τελικά θα φτάσουμε στην προσωπική πρόσκληση που απευθύνεται σε καθέναν μας, με χάρη και όχι με ενοχή.
Το σχέδιο του Θεού για τα έθνη: μια καρδιά που χωράει όλο τον κόσμο
Πολλοί νομίζουν ότι η ιεραποστολή είναι μια ιδέα της Καινής Διαθήκης, κάτι που ξεκίνησε μετά την Ανάσταση. Στην πραγματικότητα όμως, το σχέδιο του Θεού για τα έθνη υπάρχει από την πρώτη κιόλας υπόσχεση προς τον Αβραάμ. Όταν ο Θεός τον καλεί, δεν του τάζει απλώς μια προσωπική ευλογία· του αποκαλύπτει έναν παγκόσμιο σκοπό. (Γένεση 12:3)
Δηλαδή, ήδη χιλιάδες χρόνια πριν από τον Ιησού, ο Θεός είχε στο νου Του «όλες τις φυλές της γης». Επομένως, η εκλογή του Ισραήλ δεν ήταν ποτέ μια κλειστή προνομία, αλλά ένας δρόμος μέσα από τον οποίο η ευλογία θα έφτανε σε κάθε λαό. Αυτή η παγκόσμια οπτική διατρέχει ολόκληρη την Παλαιά Διαθήκη και κορυφώνεται στους Ψαλμούς. Εκεί ο λαός προσεύχεται όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά για να γνωρίσει όλη η γη τον δρόμο του Θεού. (Ψαλμοί 67:1)
Ωστόσο, η εικόνα ολοκληρώνεται μόνο όταν ανοίξουμε το τελευταίο βιβλίο της Βίβλου. Εκεί ο Ιωάννης βλέπει το τέλος της ιστορίας. Ένα πλήθος που κανείς δεν μπορεί να μετρήσει, από κάθε έθνος, φυλή, λαό και γλώσσα, στέκεται μπροστά στον θρόνο. Συνεπώς, η ιεραποστολή δεν είναι μια ανθρώπινη φιλοδοξία που μπορεί και να αποτύχει· είναι η πορεία προς έναν στόχο που ο ίδιος ο Θεός έχει ήδη εγγυηθεί. (Αποκάλυψη 7:9)
Γιατί η Μεγάλη Εντολή είναι η καρδιά και όχι το περιθώριο
Όταν ο αναστημένος Ιησούς συναντά τους μαθητές Του, τα πρώτα λόγια Του δεν είναι μια ευχή, αλλά μια διακήρυξη εξουσίας. Αρχικά δηλώνει ποιος είναι: σε Εκείνον δόθηκε κάθε εξουσία στον ουρανό και στη γη. Μόνο μετά από αυτή τη βάση δίνει την εντολή να πορευτούν. (Ματθαίος 28:18)
Αυτή η σειρά έχει τεράστια σημασία. Δηλαδή, η Μεγάλη Εντολή δεν στηρίζεται στις δικές μας δυνάμεις ή στη δική μας ευγλωττία, αλλά στην εξουσία του Κυρίου που μας στέλνει. Επομένως, το «πορευθείτε» δεν είναι μια απελπισμένη έκκληση, αλλά η φυσική συνέπεια του ότι ο Χριστός είναι ήδη Κύριος των πάντων. Γι' αυτό και η εντολή κλείνει όχι με μια απαίτηση, αλλά με μια υπόσχεση παρουσίας. (Ματθαίος 28:20)
Παρόλα αυτά, ας προσέξουμε τι ζητάει ακριβώς. Δεν ζητάει απλώς να μεταδώσουμε πληροφορίες, αλλά να «μαθητεύσουμε» τα έθνη: να γεννηθούν, να βαπτιστούν και να μάθουν να ζουν ως ακόλουθοι του Χριστού. Συνεπώς, η ιεραποστολή είναι κάτι πολύ πιο πλήρες από μια στιγμιαία διακήρυξη· είναι η υπομονετική, αγαπητική πορεία να γίνει κάποιος μαθητής. (Ματθαίος 28:19)
Η αποστολή της εκκλησίας: σταλμένοι όπως ο Υιός
Η εκκλησία δεν είναι ένα κλειστό σωματείο που συντηρεί τον εαυτό του, αλλά ένας λαός σταλμένος. Αρχικά, ο ίδιος ο Ιησούς συνδέει τη δική μας αποστολή με τη δική Του: όπως ο Πατέρας έστειλε τον Υιό στον κόσμο, έτσι και ο Υιός στέλνει εμάς. Δηλαδή, δεν επινοούμε μια αποστολή· συνεχίζουμε εκείνη που ξεκίνησε στην καρδιά της Τριάδας. (Ιωάννης 20:21)
Επιπλέον, η Καινή Διαθήκη μάς δείχνει πώς λειτουργεί αυτή η αποστολή στην πράξη. Στην Αντιόχεια, καθώς η εκκλησία λάτρευε και νήστευε, το Άγιο Πνεύμα ξεχώρισε τον Βαρνάβα και τον Σαύλο για ένα συγκεκριμένο έργο. Συνεπώς, η ιεραποστολή δεν είναι μια ατομική περιπέτεια, αλλά κάτι που γεννιέται μέσα στην κοινότητα της πίστης, με προσευχή και κοινή διάκριση. (Πράξεις 13:2)
Ωστόσο, η αποστολή της εκκλησίας δεν είναι μια στρατιωτική κατάκτηση. Είμαστε «πρέσβεις», δηλαδή εκπρόσωποι μιας ξένης βασιλείας που έρχονται με πρόταση ειρήνης, όχι με όπλα. Επομένως, μιλάμε για τον Χριστό με σεβασμό και αγάπη προς κάθε λαό, ποτέ με αλαζονεία ή με τόνο επιβολής. Η ιεραποστολή είναι παράκληση, όχι πίεση. (Β' Κορινθίους 5:20)
Η Μεγάλη Εντολή ως προσωπική κλήση και η δύναμη που τη συντροφεύει
Ίσως σκέφτεσαι: «Όλα αυτά είναι ωραία, αλλά εγώ δεν είμαι ιεραπόστολος». Πραγματικά, η αρχική απάντηση του Ιησού δεν ήταν να στείλει τους μαθητές με τις δικές τους δυνάμεις. Αντίθετα, τους είπε να περιμένουν μέχρι να λάβουν δύναμη από το Άγιο Πνεύμα· τότε θα γίνονταν μάρτυρές Του, ξεκινώντας από εκεί που βρίσκονταν και φτάνοντας ως τα πέρατα της γης. (Πράξεις 1:8)
Συνεπώς, η κλήση στην ιεραποστολή δεν είναι ένα βάρος που σηκώνουμε μόνοι μας, αλλά μια αποστολή που τη συντροφεύει η δύναμη του Θεού. Επιπλέον, η ίδια η λογική της σωτηρίας απαιτεί κάποιον να μιλήσει. Πώς θα πιστέψουν σε Εκείνον για τον οποίο δεν άκουσαν, και πώς θα ακούσουν χωρίς κάποιον να κηρύξει; Δηλαδή, ανάμεσα στην αγάπη του Θεού και στον χαμένο άνθρωπο, ο Θεός θέλησε να βάλει εμάς. (Ρωμαίους 10:14)
Παρ' όλα αυτά, η κλήση παίρνει διαφορετική μορφή για τον καθένα. Άλλοι θα σταλούν μακριά, σε λαούς που δεν έχουν ακούσει ποτέ το όνομα του Ιησού. Άλλοι θα στηρίξουν, θα προσευχηθούν, θα ανοίξουν το σπίτι τους στον γείτονα. Όπως η Καινή Διαθήκη μας θυμίζει, η ευλογία ανήκει σε «καθέναν που θα επικαλεστεί το όνομα του Κυρίου», και αυτό το όνομα πρέπει κάποιος να το ανακοινώσει. (Ρωμαίους 10:13)
Η πρόσκληση: ποιο είναι το επόμενο βήμα σου;
Όταν ο προφήτης Ησαΐας άκουσε τη φωνή του Θεού να ρωτά «ποιον θα στείλω;», δεν περίμενε να γίνει πρώτα τέλειος. Αρχικά αναγνώρισε την αδυναμία του, και έπειτα απάντησε με μια απλή προθυμία: «να, εγώ είμαι, στείλε με». Πραγματικά, αυτό είναι το βήμα που ζητάει ο Θεός και από εμάς σήμερα: όχι την τελειότητα, αλλά μια καρδιά πρόθυμη. (Ησαΐας 6:8)
Επομένως, ας μη μετατρέψουμε τη Μεγάλη Εντολή σε ενοχή. Ο Θεός δεν μας πιέζει με φόβο, αλλά μας προσκαλεί με χάρη να μπούμε στο πιο σημαντικό έργο της ιστορίας. Δηλαδή, το ερώτημα δεν είναι «είμαι αρκετά καλός;», αλλά «είμαι πρόθυμος να με χρησιμοποιήσει ο Θεός εκεί που με έχει τοποθετήσει;». Ωστόσο, η προθυμία χωρίς γνώση μένει συχνά αδρανής, γι' αυτό αξίζει να εκπαιδευτούμε στον λόγο του Θεού.
Αν θέλεις να εμβαθύνεις βιβλικά και να προετοιμαστείς να υπηρετήσεις με σαφήνεια, υπάρχει ένας απλός δρόμος. Μπορείς να μελετήσεις συστηματικά τη Γραφή μέσα από το Ελληνικό Βιβλικό Σχολείο Λόγος. Παρ' όλα αυτά, το πρώτο βήμα είναι απλούστερο από όσο νομίζεις. Φτάνει μια προσευχή σήμερα, ένα «ορίστε, στείλε με». Άλλωστε, Εκείνος που έδωσε την εντολή υποσχέθηκε να είναι μαζί μας κάθε μέρα, μέχρι το τέλος.
Βασικά σημεία
- 01Η Μεγάλη Εντολή δεν είναι ένα προαιρετικό έξτρα, αλλά η καρδιά του σχεδίου του Θεού, που από τη Γένεση μέχρι την Αποκάλυψη αγκαλιάζει όλα τα έθνη.
- 02Η Μεγάλη Εντολή στηρίζεται πρώτα στην εξουσία του αναστημένου Χριστού και στην υπόσχεσή Του να είναι μαζί μας, και μόνο έπειτα στη δική μας προθυμία.
- 03Η αποστολή της εκκλησίας είναι να κάνει μαθητές με σεβασμό και αγάπη, ως πρέσβεις ειρήνης, ποτέ ως κατακτητές που επιβάλλονται.
- 04Η κλήση στην ιεραποστολή παίρνει διαφορετική μορφή για τον καθένα, αλλά απαιτεί πάντα μια πρόθυμη καρδιά που λέει «στείλε με».
