Μελέτη λέξης · πρωτότυπο (ελληνικά)
θορυβέω
Strong's G2350
μην ταραχθείτε· · θορυβείσθε · θορυβούμενον · θορυβούσαν · ταλαιπωρημένοι
5
εμφανίσεις
5
εδάφια
4
βιβλία
Κατανομή ανά βιβλίο
Εμφανίσεις
- Ματθαίος 9:23θορυβούμενον
«Και ελθών ο Ιησούς εις την οικίαν του άρχοντος και ιδών τους αυλητάς και τον όχλον θορυβούμενον,»
- Μάρκος 5:39θορυβεῖσθε
«και εισελθών λέγει προς αυτούς· Τι θορυβείσθε και κλαίετε; το παιδίον δεν απέθανεν, αλλά κοιμάται.»
- Λουκάς 10:41θορυβάζῃ
«Αποκριθείς δε ο Ιησούς, είπε προς αυτήν· Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και αγωνίζεσαι περί πολλά·»
- Πράξεις 17:5ἐθορύβουν
«Φθονήσαντες δε οι μη πειθόμενοι Ιουδαίοι και λαβόντες μεθ' εαυτών κακούς τινάς ανθρώπους εκ των χυδαίων και οχλαγωγήσαντες, εθορύβουν την πόλιν και εφορμήσαντες εις την οικίαν του Ιάσονος, εζήτουν αυτούς διά να φέρωσιν εις τον δήμον·»
- Πράξεις 20:10θορυβεῖσθε·
«Καταβάς δε ο Παύλος, έπεσεν επ' αυτόν και εναγκαλισθείς είπε· Μη θορυβείσθε· διότι η ψυχή αυτού είναι εν αυτώ.»
Πηγή πρωτότυπου: STEPBible TAGNT - CC BY 4.0, Tyndale House.
