Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Μελέτη λέξης · πρωτότυπο (ελληνικά)

βόσκω

Strong's G1006

βόσκε · βόσκοντας · βόσκοντάς τους · βοσκόμενη. · βόσκοντας· · να βόσκει

9
εμφανίσεις
9
εδάφια
4
βιβλία

Κατανομή ανά βιβλίο

Εμφανίσεις

Πηγή πρωτότυπου: STEPBible TAGNT - CC BY 4.0, Tyndale House.