Μελέτη λέξης · πρωτότυπο (ελληνικά)
ἀλείφω
Strong's G0218
άλειψε · άλειψε τον εαυτό σου · έχοντας αλείψει · να αλείψουν · άλειφε · άλειφαν
9
εμφανίσεις
8
εδάφια
5
βιβλία
Κατανομή ανά βιβλίο
Εμφανίσεις
- Ματθαίος 6:17ἄλειψαί
«Συ όμως όταν νηστεύης, άλειψον την κεφαλήν σου και νίψον το πρόσωπόν σου,»
- Μάρκος 6:13ἤλειφον
«και εξέβαλλον πολλά δαιμόνια και ήλειφον πολλούς αρρώστους με έλαιον και εθεράπευον.»
- Μάρκος 16:1ἀλείψωσιν
«Και αφού επέρασε το σάββατον, Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η μήτηρ του Ιακώβου και η Σαλώμη ηγόρασαν αρώματα, διά να έλθωσι και αλείψωσιν αυτόν.»
- Λουκάς 7:38ἤλειφεν
«και σταθείσα πλησίον των ποδών αυτού οπίσω κλαίουσα, ήρχισε να βρέχη τους πόδας αυτού με τα δάκρυα και εσπόγγιζε με τας τρίχας της κεφαλής αυτής και κατεφίλει τους πόδας αυτού και ήλειφε με το μύρον.»
- Λουκάς 7:46ἤλειψας·
«Με έλαιον την κεφαλήν μου δεν ήλειψας· αύτη δε με μύρον ήλειψε τους πόδας μου.»
- Ιωάννης 11:2ἀλείψασα
«Η δε Μαρία ήτο η αλείψασα τον Κύριον με μύρον και σπογγίσασα τους πόδας αυτού με τας τρίχας αυτής, της οποίας ο αδελφός Λάζαρος ησθένει.»
- Ιωάννης 12:3ἤλειψεν
«Τότε η Μαρία, λαβούσα μίαν λίτραν μύρου νάρδου καθαράς πολυτίμου, ήλειψε τους πόδας του Ιησού και με τας τρίχας αυτής εσπόγγισε τους πόδας αυτού· η δε οικία επλήσθη εκ της οσμής του μύρου.»
- Ιακώβου 5:14ἀλείψαντες
«Ασθενεί τις μεταξύ σας; ας προσκαλέση τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και ας προσευχηθώσιν επ' αυτόν, αλείψαντες αυτόν με έλαιον εν τω ονόματι του Κυρίου.»
Πηγή πρωτότυπου: STEPBible TAGNT - CC BY 4.0, Tyndale House.
