Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΠΕγώ είμαι ο άνθρωπος, όστις είδον θλίψιν από της ράβδου του θυμού αυτού.

ΠΜε ώδήγησε και έφερεν εις σκότος και ουχί εις φως.

ΠΝαι, κατ' εμού εστράφη· κατ' εμού έστρεψε την χείρα αυτού όλην την ημέραν.

ΠΕπαλαίωσε την σάρκα μου και το δέρμα μου· συνέτριψε τα οστά μου.

ΠΩικοδόμησε κατ' εμού και με περιεκύκλωσε χολήν και μόχθον.

ΠΜε εκάθισεν εν σκοτεινοίς ως νεκρούς αιωνίους.

ΠΜε περιέφραξε, διά να μη εξέλθω· εβάρυνε τας αλύσεις μου.

ΠΈτι και όταν κράζω και αναβοώ, αποκλείει την προσευχήν μου.

ΠΠεριέφραξε με πελεκητούς λίθους τας οδούς μου, εστρέβλωσε τας τρίβους μου.

ΠΈγεινεν εις εμέ άρκτος ενεδρεύουσα, λέων εν αποκρύφοις.

ΠΠαρέτρεψε τας οδούς μου και με κατεσπάραξε, με κατέστηαεν ηφανισμένην.

ΠΕνέτεινε το τόξον αυτού και με έστησεν ως σκοπόν εις βέλος.

ΠΕνέπηξεν εις τα νεφρά μου τα βέλη της φαρέτρας αυτού.

ΠΈγεινα γέλως εις πάντα τον λαόν μου, άσμα αυτών όλην την ημέραν.

ΠΜε εχόρτασε πικρίαν· με εμέθυσεν αψίνθιον.

ΠΚαι συνέτριψε τους οδόντας μου με χάλικας· με εκάλυψε με σποδόν.

ΠΚαι απέσπρωξα, από ειρήνης την ψυχήν μου· ελησμόνησα το αγαθόν.

ΠΚαι είπα, Απωλέσθη η δύναμίς μου και η ελπίς μου υπό του Κυρίου.

ΠΕνθυμήθητι την θλίψιν μου και την έξωσίν μου, το αψίνθιον και την χολήν.

ΠΗ ψυχή μου ενθυμείται ταύτα ακαταπαύστως και είναι τεταπεινωμένη εν εμοί.

ΠΤούτο ανακαλώ εις την καρδίαν μου, όθεν έχω ελπίδα·

ΠΈλεος του Κυρίου είναι, ότι δεν συνετελέσθημεν, επειδή δεν εξέλιπον οι οικτιρμοί αυτού.

ΠΑνανεόνονται εν ταις πρωΐαις· μεγάλη είναι η πιστότης σου.

ΠΟ Κύριος είναι η μερίς μου, είπεν η ψυχή μου· διά τούτο θέλω ελπίζει επ' αυτόν.

ΠΑγαθός ο Κύριος εις τους προσμένοντας αυτόν, εις την ψυχήν την εκζητούσαν αυτόν.

ΠΚαλόν είναι και να ελπίζη τις και να εφησυχάζη εις την σωτηρίαν του Κυρίου.

ΠΚαλόν εις τον άνθρωπον να βαστάζη ζυγόν εν τη νεότητι αυτού.

ΠΘέλει κάθησθαι κατά μόνας και σιωπά, επειδή ο Θεός επέβαλε φορτίον επ' αυτόν.

ΠΘέλει βάλει το στόμα αυτού εις το χώμα, ίσως ήναι ελπίς.

ΠΘέλει δώσει την σιαγόνα εις τον ραπίζοντα αυτόν· θέλει χορτασθή από ονειδισμού.

ΠΔιότι ο Κύριος δεν απορρίπτει εις τον αιώνα·

ΠΑλλ' εάν και θλίψη, θέλει όμως και οικτειρήσει κατά το πλήθος του ελέους αυτού.

ΠΔιότι δεν θλίβει εκ καρδίας αυτού ουδέ καταθλίβει τους υιούς των ανθρώπων.

ΠΤο να καταπατή τις υπό τους πόδας αυτού πάντας τους δεσμίους της γης.

ΠΤο να διαστρέφη κρίσιν ανθρώπου κατέναντι του προσώπου του Υψίστου·

ΠΤο να αδική άνθρωπον εν τη δίκη αυτού· ο Κύριος δεν βλέπει ταύτα.

ΠΤις λέγει τι και γίνεται, χωρίς να προστάξη αυτό ο Κύριος;

ΠΕκ του στόματος του Υψίστου δεν εξέρχονται τα κακά και τα αγαθά;

ΠΔιά τι ήθελε γογγύσει άνθρωπος ζων, άνθρωπος, διά την ποινήν της αμαρτίας αυτού;

ΠΑς ερευνήσωμεν τας οδούς ημών και ας εξετάσωμεν και ας επιστρέψωμεν εις τον Κύριον.

ΠΑς υψώσωμεν τας καρδίας ημών και τας χείρας προς τον Θεόν τον εν τοις ουρανοίς, λέγοντες,

ΠΗμαρτήσαμεν και απεστατήσαμεν· συ δεν μας συνεχώρησας.

ΠΠεριεκάλυψας με θυμόν και κατεδίωξας ημάς· εφόνευσας, δεν εφείσθης.

ΠΕκάλυψας σεαυτόν με νέφος, διά να μη διαβαίνη η προσευχή ημών.

ΠΜας έκαμες σκύβαλον και βδέλυγμα εν μέσω των λαών.

ΠΠάντες οι εχθροί ημών ήνοιξαν το στόμα αυτών εφ' ημάς.

ΠΦόβος και λάκκος ήλθον εφ' ημάς, ερήμωσις και συντριμμός.

ΠΡύακας υδάτων καταβιβάζει ο οφθαλμός μου διά τον συντριμμόν της θυγατρός του λαού μου.

ΠΟ οφθαλμός μου σταλάζει και δεν σιωπά, διότι δεν έχει άνεσιν,

ΠΕωσού ο Κύριος διακύψη και ίδη εξ ουρανού.

ΠΟ οφθαλμός μου καταθλίβει την ψυχήν μου, εκ πασών των θυγατέρων της πόλεώς μου.

ΠΟι εχθρευόμενοί με αναιτίως με εκυνήγησαν ακαταπαύστως ως στρουθίον.

ΠΈκοψαν την ζωήν μου εν τω λάκκω και έρριψαν λίθον επ' εμέ.

ΠΤα ύδατα επλημμύρησαν υπεράνω της κεφαλής μου· είπα, Απερρίφθην.

ΠΕπεκαλέσθην το όνομά σου, Κύριε, εκ λάκκου κατωτάτου.

ΠΉκουσαν την φωνήν μου· μη κλείσης το ωτίον σου εις τον στεναγμόν μου, εις την κραυγήν μου.

ΠΕπλησίασας καθ' ην ημέραν σε επεκαλέσθην· είπας, Μη φοβού.

ΠΕδίκασας, Κύριε, την δίκην της ψυχής μου· ελύτρωσας την ζωήν μου.

ΠΕίδες, Κύριε, το προς εμέ άδικον· κρίνον την κρίσιν μου.

ΠΕίδες πάσας τας εκδικήσεις αυτών, πάντας τους διαλογισμούς αυτών κατ' εμού.

ΠΉκουσαν, Κύριε, τον ονειδισμόν αυτών, πάντας τους διαλογισμούς αυτών κατ' εμού·

ΠΤους λόγους των επανισταμένων επ' εμέ και τας μελέτας αυτών κατ' εμού όλην την ημέραν.

ΠΙδέ, όταν κάθηνται και όταν σηκόνωνται· εγώ είμαι το άσμα αυτών.

ΠΚάμε, Κύριε, εις αυτούς ανταπόδοσιν κατά τα έργα των χειρών αυτών.

ΠΔος εις αυτούς πώρωσιν καρδίας, την κατάραν· σου επ' αυτούς.

ΠΚαταδίωξον εν οργή και αφάνισον αυτούς υποκάτωθεν των ουρανών του Κυρίου.