«Πηγαίνετε λοιπόν και κάνετε μαθητές όλα τα έθνη, βαφτίζοντάς τους στο όνομα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.»
Ματθαίος 28:19
Στις 5 Φεβρουαρίου 1812 ένα νεαρό ζευγάρι, οι Τζάντσον, έλεγε το «ναι» μπροστά στον Θεό. Δεκατέσσερις μέρες αργότερα ήταν ήδη πάνω σε ένα ιστιοφόρο, με προορισμό μια χώρα που δεν είχε ακούσει ποτέ το όνομα του Χριστού. Άφησαν πατρίδα, ασφάλεια και κάθε βεβαιότητα, χωρίς να ξέρουν ότι μπροστά τους περίμεναν φυλακές, αρρώστιες και ανοιχτοί τάφοι παιδιών.
Αυτή η ιστορία δεν είναι ένα ηρωικό παραμύθι. Είναι η αληθινή πορεία δύο ανθρώπων που πλήρωσαν την πιο βαριά τιμή που μπορεί να φανταστεί κανείς, και όμως δεν λύγισαν. Πίσω από κάθε σελίδα κρύβεται ένα ερώτημα που αγγίζει και τη δική σου καρδιά: πώς κρατιέται η πίστη όταν ο πόνος γίνεται αβάσταχτος;
Ωστόσο, η απάντηση δεν βρίσκεται στη δική τους δύναμη. Βρίσκεται στον Θεό που τους κάλεσε και τους κράτησε. Ας περπατήσουμε μαζί τον δρόμο τους, ώστε να δούμε όχι μόνο τι έχασαν, αλλά κυρίως Ποιον κέρδισαν, και τι μπορεί να μας διδάξει σήμερα η θυσία τους.
Η κλήση που κόστισε στους Τζάντσον τα πάντα
Όταν οι Τζάντσον ξεκίνησαν, η Βρετανική Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών δεν ήθελε ιεραποστόλους να μπλέκονται στα κερδοφόρα της σχέδια. Έτσι, μόλις έφτασαν, αναγκάστηκαν να φύγουν ξανά. Πού να πήγαιναν όμως; (Ματθαίος 28:19) Ο Θεός τους είχε καλέσει να φέρουν το ευαγγέλιο σε ανθρώπους που δεν το είχαν ακούσει ποτέ, και αυτή η εντολή ζύγιζε πιο πολύ από κάθε εμπόδιο.
Επόμενος σταθμός ήταν η Βιρμανία, μια χώρα εχθρική προς τους ξένους. Εκεί κυβερνούσε ένας βασιλιάς που κρατούσε στα χέρια του εξουσία ζωής και θανάτου· επιπλέον, ο νόμος απαγόρευε τη λατρεία οποιουδήποτε άλλου εκτός από τον Βούδα. Ωστόσο, όταν αποβιβάστηκαν στη Ραγκούν, ήξεραν με βεβαιότητα ότι ο Θεός τούς ήθελε ακριβώς εκεί.
Δηλαδή, η αποστολή ξεκίνησε με μια θυσία στην ιεραποστολή που λίγοι θα διάλεγαν. Πράγματι, δεν υπήρχε ασφαλές δίχτυ ούτε εγγύηση επιτυχίας. Αντίθετα, υπήρχε μόνο μια εντολή του Χριστού και μια καρδιά πρόθυμη να υπακούσει, ακόμη κι αν ο δρόμος περνούσε μέσα από αγκάθια.
Σπόρος που πέφτει στη γη: η θυσία στην ιεραποστολή
Έξι ολόκληρα χρόνια πέρασαν χωρίς ούτε έναν άνθρωπο να γίνει χριστιανός. Ο Άντονιραμ μάθαινε κομμάτι κομμάτι μια δύσκολη γλώσσα, έφτιαχνε λεξικό και μετέφραζε τη Βίβλο. «Οι άνθρωποι είναι ευγενικοί, αλλά κανείς δεν θέλει να μιλήσει για τον Ιησού», έλεγε. (Ησαΐας 55:11) Όμως ο Κύριος είχε υποσχεθεί ότι ο λόγος Του δεν επιστρέφει άκαρπος.
Επιπλέον, η ιστορία τους θυμίζει την εικόνα του σπόρου στο ευαγγέλιο. (Ιωάννης 12:24) Ένας κόκκος πρέπει πρώτα να πέσει στη γη και να πεθάνει για να φέρει καρπό. Έτσι και οι Τζάντσον: έθαψαν χρόνια, υγεία και όνειρα, και μόνο τότε άρχισε να φυτρώνει η πρώτη μικρή εκκλησία.
Τελικά, μετά από έξι χρόνια σιωπής, βαφτίστηκε ο πρώτος Βιρμανός που πίστεψε στον Χριστό. Σιγά σιγά η κοινότητα έφτασε τα δεκαοκτώ μέλη. Συνεπώς, η θυσία στην ιεραποστολή δεν ήταν χαμένη· ήταν σπορά. Πράγματι, κάθε δάκρυ που έπεσε σ' εκείνο το χώμα ήταν μια επένδυση στην αιωνιότητα.
Φυλακή και πόνος: το χειρόγραφο μέσα στο μαξιλάρι
Το 1824 ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στην Αγγλία και τη Βιρμανία, και ξαφνικά κάθε ξένος έγινε ύποπτος για κατασκοπεία. Ο Άντονιραμ ρίχτηκε στη φοβερή φυλακή των μελλοθανάτων, με τα πόδια δεμένα σε μπάρα που τη σήκωναν ψηλά τη νύχτα. Έντεκα χρόνια κόπου για τη μετάφραση της Βίβλου κινδύνευαν να χαθούν.
Ωστόσο, η Ανν είχε ένα σχέδιο. Έραψε το πολύτιμο χειρόγραφο μέσα σε ένα σκληρό, άβολο μαξιλάρι που κανείς δεσμοφύλακας δεν θα ήθελε να κλέψει. Όταν αργότερα το πέταξαν στα σκουπίδια, ένας Βιρμανός χριστιανός το βρήκε και το έσωσε. Συνεπώς, η μετάφραση επέζησε, και ο λαός θα διάβαζε επιτέλους τον λόγο του Θεού στη δική του γλώσσα.
Στο μεταξύ, η πίστη μέσα στον πόνο δοκιμάστηκε σκληρά. (Β' Κορινθίους 4:8) (Β' Κορινθίους 4:9) Ο Παύλος είχε γράψει ότι οι πιστοί πιέζονται από παντού, ωστόσο δεν συνθλίβονται· διώκονται, όμως δεν εγκαταλείπονται. Δηλαδή, αυτά τα λόγια δεν ήταν θεωρία για τους Τζάντσον. Αντίθετα, ήταν η ίδια τους η αναπνοή μέσα στο κελί.
Οι Τζάντσον μπροστά σε ανοιχτούς τάφους
Μετά από ενάμιση χρόνο βασανιστηρίων, ο Άντονιραμ αποφυλακίστηκε για να βοηθήσει στη μετάφραση της συνθήκης ειρήνης. Όμως η υγεία της Ανν είχε ήδη τσακιστεί από την ελονοσία και τη συνεχή αγωνία. Πέθανε το 1826. Μόλις έξι μήνες αργότερα έφυγε και η δίχρονη Μαρία. Πιο πριν, οι Τζάντσον είχαν ήδη χάσει ένα ακόμη μωρό.
Πώς αντέχει μια καρδιά τόσους ανοιχτούς τάφους; Ο Άντονιραμ πάλεψε για χρόνια με τη θλίψη και την αμφιβολία. Δηλαδή, δεν προσπάθησε να κρύψει τον πόνο πίσω από εύκολα λόγια. Ωστόσο, δεν εγκατέλειψε. Τελικά ολοκλήρωσε τη μετάφραση ολόκληρης της Βίβλου στη βιρμανική γλώσσα, και πέθανε το 1850 σε ηλικία σχεδόν 62 ετών.
(Ψαλμοί 126:5) Ο ψαλμωδός είχε υποσχεθεί ότι όσοι σπέρνουν με δάκρυα θα θερίσουν με αγαλλίαση. Οι Τζάντσον έσπειραν μέσα από κηδείες. Σήμερα, εκατομμύρια πιστοί στη Μιανμάρ διαβάζουν τη Βίβλο που εκείνοι πλήρωσαν με το αίμα της καρδιάς τους. Ο θερισμός ήρθε, αν και εκείνοι δεν πρόλαβαν να τον δουν με τα μάτια τους.
Η συγχώρηση που κερδίζει τους εχθρούς
Όταν τελείωσε ο πόλεμος, οι Τζάντσον προσκλήθηκαν ως τιμώμενοι καλεσμένοι σε ένα συμπόσιο του βρετανικού στρατού. Εκεί, ανάμεσα στους Βιρμανούς αξιωματικούς, βρισκόταν κι ένας που παλιότερα είχε φερθεί σκληρά στην Ανν, αρνούμενος να βοηθήσει τον φυλακισμένο άντρα της και αρπάζοντάς της μάλιστα την ομπρέλα της.
Ο άντρας περίμενε εκδίκηση. Πράγματι, ήταν σίγουρος ότι τώρα που η Ανν είχε εξουσία, θα τον τιμωρούσε. Αντίθετα, εκείνη τον πλησίασε και του είπε ήρεμα να μην ανησυχεί, ότι δεν κρατούσε καμία κακία. Τελικά εκείνος έφυγε από το τραπέζι κουνώντας το κεφάλι: «Δεν τους καταλαβαίνω αυτούς τους χριστιανούς· συγχωρούν τους εχθρούς τους».
(Λουκάς 6:27) (Λουκάς 6:28) Αυτή η σκηνή ζωντανεύει τα λόγια του Ιησού: «Αγαπάτε τους εχθρούς σας, προσεύχεστε γι' αυτούς που σας βλάπτουν». Η συγχώρηση της Ανν δεν ήταν αδυναμία· ήταν η πιο δυνατή μαρτυρία. Όταν αρνήθηκε να εκδικηθεί, κήρυξε το ευαγγέλιο πιο δυνατά από χίλιες ομιλίες.
Τι μας διδάσκουν σήμερα οι Τζάντσον για το να μη λυγίζεις
Η ζωή τους δεν μας καλεί να μιμηθούμε τον πόνο, αλλά την εμπιστοσύνη. Δηλαδή, το μυστικό για να μη λυγίζεις δεν είναι μια σιδερένια ψυχή, αλλά ένας Θεός που κρατάει. (Ρωμαίους 5:3) Πράγματι, η Γραφή λέει ότι η θλίψη γεννά υπομονή, η υπομονή χαρακτήρα και ο χαρακτήρας ελπίδα. Επομένως, ο πόνος, στα χέρια του Θεού, δεν είναι ποτέ άσκοπος.
Δεν χρειάζεται να φύγεις σε μακρινή χώρα για να ζήσεις την ίδια πίστη. Για παράδειγμα, ο δικός σου «τάφος» μπορεί να είναι μια αρρώστια, μια απώλεια ή ένα όνειρο που πέθανε. Ωστόσο, ο ίδιος Θεός που κράτησε τους Τζάντσον στη φυλακή κρατάει κι εσένα σήμερα. Επομένως, η ελπίδα μας δεν στηρίζεται στις περιστάσεις, αλλά στον αναστημένο Χριστό.
Οι Τζάντσον δεν είναι μόνοι. Πριν απ' αυτούς, ο μοναχός Μαρτίνος Λούθηρος βρήκε ειρήνη και τάραξε τον κόσμο, ο Γουίλιαμ Τίντεϊλ πέθανε για να διαβάζουμε Βίβλο στη γλώσσα μας, και ο ιερέας Μένο Σίμονς ρίσκαρε τα πάντα για το βάπτισμα της πίστης. Δηλαδή, μια ολόκληρη αλυσίδα ηρώων μάς δείχνει πώς να μη λυγίζεις όταν ο κόσμος σε πιέζει.
Αν θέλεις να σκάψεις βαθύτερα στην ιστορία της εκκλησίας και να θρέψεις τη δική σου πίστη, μπορείς να μελετήσεις τη Βίβλο συστηματικά μέσα από το Ελληνικό Βιβλικό Σχολείο Λόγος. Γιατί η ίδια χάρη που στήριξε εκείνους είναι διαθέσιμη και για σένα, εδώ και τώρα.
Βασικά σημεία
- 01Οι Τζάντσον έδειξαν ότι η θυσία στην ιεραποστολή δεν είναι χαμένος κόπος, αλλά σπόρος που πέφτει στη γη και φέρνει πλούσιο καρπό στον καιρό του.
- 02Η πίστη μέσα στον πόνο δεν σημαίνει απουσία δακρύων· σημαίνει εμπιστοσύνη σε έναν Θεό που πιέζει αλλά δεν συνθλίβει, διώκει αλλά δεν εγκαταλείπει.
- 03Το να μη λυγίζεις δεν πηγάζει από τη δική σου δύναμη, αλλά από τη χάρη του Θεού που κρατάει την καρδιά όταν η τιμή γίνεται αβάσταχτη.
- 04Η συγχώρηση των εχθρών, όπως αυτή της Ανν Τζάντσον, κηρύττει το ευαγγέλιο πιο δυνατά από χίλια λόγια και κερδίζει καρδιές που κανένα επιχείρημα δεν αγγίζει.
