«Όλη η Γραφή είναι θεόπνευστη και ωφέλιμη για διδασκαλία, για έλεγχο, για επανόρθωση, για διαπαιδαγώγηση μέσα στη δικαιοσύνη.»
Β' Τιμόθεο 3:16
Ποιος αποφάσισε, λοιπόν, ποια βιβλία θα έμπαιναν στη Βίβλο; Το ερώτημα ακούγεται απειλητικό, σαν να κρύβει μια μυστική σύνοδος ανθρώπων που διάλεξαν αυθαίρετα τι θα πίστευε ο κόσμος. Στην πραγματικότητα, ο κανόνας της Γραφής δεν είναι προϊόν ψηφοφορίας ούτε συνωμοσίας. Είναι μάλλον η αναγνώριση, μέσα στον χρόνο, των βιβλίων που η Εκκλησία ήδη δεχόταν ως θεόπνευστα.
Πολλοί φαντάζονται μια αίθουσα με επισκόπους που έβαλαν στην ψηφοφορία δεκάδες κείμενα. Ωστόσο τα ιστορικά δεδομένα δείχνουν κάτι πολύ διαφορετικό. Πραγματικά, η λέξη «κανόνας» προέρχεται από το ελληνικό «κανών», δηλαδή ο πήχης μέτρησης. Επομένως δεν μιλάμε για επιβολή, αλλά για ένα μέτρο με το οποίο η κοινότητα των πιστών αναγνώρισε ποια βιβλία έφεραν πράγματι τη φωνή του Θεού.
Σε αυτό το άρθρο θα δούμε με προσιτό τρόπο την ιστορία, τα κριτήρια και τα χειρόγραφα. Θα εξετάσουμε γιατί τα απόκρυφα έμειναν έξω και τι σημαίνει η θεοπνευστία της Γραφής για την εμπιστοσύνη μας σήμερα.
Τι σημαίνει ο κανόνας της Γραφής και από πού ξεκινά
Όταν λέμε «κανόνας», εννοούμε τον κατάλογο των βιβλίων που η Εκκλησία αναγνώρισε ως αυθεντικό λόγο του Θεού. Πρώτα απ' όλα, η αρχή δεν βρίσκεται σε κάποια σύνοδο, αλλά στην ίδια τη φύση των κειμένων. Η συντηρητική ευαγγελική κατανόηση είναι σαφής: τα βιβλία δεν έγιναν θεόπνευστα επειδή τα ενέκρινε κάποιος, αλλά αναγνωρίστηκαν επειδή ήταν ήδη θεόπνευστα.
Με άλλα λόγια, η Εκκλησία δεν δημιούργησε τον κανόνα όπως ένα κράτος ψηφίζει νόμους. Αντίθετα, τον δέχτηκε όπως κανείς αναγνωρίζει το φως του ήλιου χωρίς να χρειάζεται επιτροπή. Δηλαδή ο απόστολος Παύλος δηλώνει ξεκάθαρα την πηγή αυτής της αυθεντίας (Β' Τιμόθεο 3:16).
Συνεπώς το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι «ποιος επέλεξε», αλλά «πώς αναγνωρίστηκε». Αυτή η διάκριση αλλάζει εντελώς την εικόνα. Δείχνει ότι ο κανόνας της Γραφής στηρίζεται στη θεϊκή προέλευση των κειμένων, όχι στην ανθρώπινη απόφαση που ήρθε αργότερα να την επιβεβαιώσει.
Ο κανόνας της Παλαιάς Διαθήκης και η Σεπτουάγιντα
Η Παλαιά Διαθήκη γράφτηκε κυρίως στα εβραϊκά σε διάστημα αιώνων. Πραγματικά, ήδη πριν από τον Χριστό, ο εβραϊκός λαός είχε μια σταθερή συλλογή ιερών βιβλίων: τον Νόμο, τους Προφήτες και τα Αγιόγραφα. Εξάλλου ο ίδιος ο Ιησούς και οι απόστολοι παρέπεμπαν συνεχώς σε αυτά τα κείμενα ως έγκυρο λόγο του Θεού.
Παράλληλα, τον 3ο και 2ο αιώνα π.Χ. έγινε στην Αλεξάνδρεια η μετάφραση των εβραϊκών κειμένων στα ελληνικά, η περίφημη Σεπτουάγιντα. Η μετάφραση αυτή ήταν η Βίβλος των ελληνόφωνων Ιουδαίων και των πρώτων χριστιανών. Ωστόσο περιλάμβανε και ορισμένα επιπλέον κείμενα που αργότερα ονομάστηκαν απόκρυφα.
Εδώ ακριβώς γεννιέται ένα μέρος της σύγχυσης. Οι Προτεστάντες ακολούθησαν τον στενότερο εβραϊκό κανόνα, τον ίδιο που δεχόταν ο ιουδαϊσμός της εποχής του Χριστού. Έτσι ο λόγος του Θεού παραμένει σταθερός μέσα στους αιώνες, όπως διακηρύσσει ο προφήτης Ησαΐας (Ησαΐας 40:8).
Πώς διαμορφώθηκε ο κανόνας Καινής Διαθήκης
Ο κανόνας Καινής Διαθήκης δεν επιβλήθηκε ξαφνικά από μια σύνοδο. Από πολύ νωρίς, ήδη μέσα στον 1ο και τον 2ο αιώνα, οι εκκλησίες κυκλοφορούσαν και διάβαζαν στη λατρεία τα τέσσερα Ευαγγέλια και τις επιστολές του Παύλου. Πρώτον, τα κείμενα αυτά είχαν αποστολική προέλευση. Δεύτερον, συμφωνούσαν με τη διδασκαλία που είχαν παραλάβει.
Με τα χρόνια, καθώς εμφανίστηκαν αιρετικές διδασκαλίες, η Εκκλησία χρειάστηκε να δηλώσει ρητά ποια βιβλία θεωρούσε αυθεντικά. Έτσι, ο κατάλογος του Αθανασίου το 367 μ.Χ. και οι σύνοδοι της Ιππώνος και της Καρχηδόνας στα τέλη του 4ου αιώνα απλώς επιβεβαίωσαν αυτό που ήδη ίσχυε. Δεν δημιούργησαν, λοιπόν, τον κανόνα· τον αναγνώρισαν επίσημα.
Τα κριτήρια ήταν τρία και ξεκάθαρα. Καταρχήν η αποστολικότητα: σύνδεση με απόστολο ή στενό συνεργάτη του. Έπειτα η καθολικότητα: αποδοχή από τις εκκλησίες παντού. Τέλος η ορθοδοξία πίστης: συμφωνία με την ήδη παραδεδομένη αλήθεια. Τα λόγια του Κυρίου, εξάλλου, έχουν μόνιμη ισχύ (Ματθαίος 5:18).
Τα απόκρυφα βιβλία και ο κανόνας της Γραφής
Πολλοί ακούν για «κρυμμένα ευαγγέλια» και φαντάζονται κατασταλμένες αλήθειες. Η ιστορία όμως είναι πιο νηφάλια. Δηλαδή τα λεγόμενα απόκρυφα βιβλία είναι δύο διαφορετικές κατηγορίες. Αφενός τα ιουδαϊκά κείμενα της Σεπτουάγιντα, χρήσιμα ιστορικά αλλά εκτός του εβραϊκού κανόνα. Αφετέρου τα μεταγενέστερα γνωστικά κείμενα, όπως το λεγόμενο ευαγγέλιο του Θωμά.
Αυτά τα γνωστικά κείμενα γράφτηκαν τον 2ο αιώνα και μετά, πολύ αργότερα από τους αυτόπτες μάρτυρες. Επιπλέον, η διδασκαλία τους συγκρουόταν με την αποστολική πίστη. Δεν αποκλείστηκαν, επομένως, από φόβο· αποκλείστηκαν επειδή απέτυχαν στα κριτήρια της αποστολικότητας και της ορθοδοξίας.
Η αλήθεια, αντίθετα, αγιάζει και ελευθερώνει, όπως προσευχήθηκε ο ίδιος ο Χριστός (Ιωάννης 17:17). Γι' αυτό η Εκκλησία διέκρινε ανάμεσα στα βιβλία που έφεραν τη φωνή των αποστόλων και σε εκείνα που απλώς δανείστηκαν τα ονόματά τους.
Χειρόγραφα, Κουμράν και βιβλική κριτική
Μια συχνή αμφιβολία είναι αν το κείμενο άλλαξε στην πορεία. Εδώ τα δεδομένα είναι ενθαρρυντικά. Το 1947 βρέθηκαν στο Κουμράν, κοντά στη Νεκρά Θάλασσα, τα χειρόγραφα της ερήμου. Ανάμεσά τους ένα ολόκληρο αντίγραφο του Ησαΐα, χίλια χρόνια αρχαιότερο από τα ως τότε γνωστά. Η σύγκριση έδειξε εντυπωσιακή σταθερότητα στη μετάδοση του κειμένου.
Όσο για την Καινή Διαθήκη, σώζονται περισσότερα από 5.800 ελληνικά χειρόγραφα, αριθμός ασύγκριτα μεγαλύτερος από κάθε άλλο αρχαίο έργο. Επιπλέον η βιβλική κριτική, αντί να κλονίζει την εμπιστοσύνη, μας επιτρέπει να αποκαταστήσουμε το αρχικό κείμενο με μεγάλη ακρίβεια. Συνεπώς οι όποιες διαφορές των αντιγράφων είναι ασήμαντες και δεν αγγίζουν κανένα δόγμα.
Έτσι ο κανόνας της Γραφής δεν στηρίζεται σε ευσεβείς πόθους, αλλά σε στέρεα ιστορικά θεμέλια. Ο λόγος του Θεού, εξάλλου, παραμένει αληθινός από την αρχή, όπως ψάλλει ο ψαλμωδός (Ψαλμοί 119:160).
Η θεοπνευστία της Γραφής και η εμπιστοσύνη μας σήμερα
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τον σημερινό αναγνώστη; Πρώτα απ' όλα, ότι η Βίβλος που κρατάμε δεν είναι αυθαίρετη επιλογή ανθρώπων. Είναι η συλλογή που η Εκκλησία αναγνώρισε επειδή σε αυτήν μιλά ο ίδιος ο Θεός. Η θεοπνευστία της Γραφής σημαίνει ακριβώς αυτό: ότι το Άγιο Πνεύμα κίνησε τους συγγραφείς (Β' Πέτρου 1:21).
Η εμπιστοσύνη μας, λοιπόν, δεν είναι τυφλή. Στηρίζεται στην αποστολική προέλευση, στη μαρτυρία των χειρογράφων και στη συνεκτική μαρτυρία δεκάδων συγγραφέων σε χίλια πεντακόσια χρόνια. Παράλληλα, η ίδια η Γραφή προειδοποιεί να μην προσθέτουμε ούτε να αφαιρούμε από τον λόγο της (Αποκάλυψη 22:18).
Συμπερασματικά, το ερώτημα «ποιος αποφάσισε» βρίσκει μια ξεκάθαρη απάντηση. Κανένας άνθρωπος δεν χάρισε στη Βίβλο την αυθεντία της· οι πιστοί απλώς την αναγνώρισαν. Αν θέλεις να εμβαθύνεις περισσότερο, μπορείς να μελετήσεις στο Ελληνικό Βιβλικό Σχολείο Λόγος, που προσφέρει συστηματική κατάρτιση στη Γραφή.
Βασικά σημεία
- 01Ο κανόνας της Γραφής δεν δημιουργήθηκε με ψηφοφορία· η Εκκλησία αναγνώρισε βιβλία που ήταν ήδη θεόπνευστα.
- 02Τα κριτήρια για την Καινή Διαθήκη ήταν η αποστολικότητα, η καθολική αποδοχή και η συμφωνία με την παραδεδομένη πίστη.
- 03Τα απόκρυφα βιβλία έμειναν έξω επειδή απέτυχαν σε αυτά τα κριτήρια, όχι από κάποια συνωμοσία.
- 04Τα χειρόγραφα του Κουμράν και τα 5.800 ελληνικά αντίγραφα της Καινής Διαθήκης δείχνουν αξιόπιστη μετάδοση του κειμένου.
- 05Η θεοπνευστία της Γραφής δίνει στέρεη βάση να εμπιστευόμαστε τη Βίβλο που κρατάμε σήμερα.
